κατάσκιος

κατάσκιος
κατάσκιος
1 in shadow τότε χρύσεαι ἀέρος ἔκρυψαν κόμαι ἐπιχώριον κατάσκιον νῶτον ὑμέτερον pr. covered your (Aigina's) ridge of land in shadow Pae. 6.139

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • κατάσκιος — shaded masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάσκιος — α ο (AM κατάσκιος, ον) αυτός που καλύπτεται από σκιά, βαθύσκιος αρχ. 1. αυτός που έχει παντού σκιά 2. αστρολ. (για περιοχή) σκιερός 3. αυτός που ρίχνει πολλή σκιά, που επισκιάζει. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + σκιος (< σκιά), πρβλ. εν σκιος, υπό… …   Dictionary of Greek

  • κατάσκιον — κατάσκιος shaded masc/fem acc sg κατάσκιος shaded neut nom/voc/acc sg κατά̱σκιον , κατασκέω practise imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) κατά̱σκιον , κατασκέω practise imperf ind act 1st sg (doric aeolic) κατασκέω practise imperf ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκίοις — κατάσκιος shaded masc/fem/neut dat pl κατασκέω practise pres opt act 2nd sg (doric) κατασκέω practise pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκίοισιν — κατάσκιος shaded masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) κατασκέω practise pres part act masc/neut dat pl (doric) κατασκέω practise pres part act masc/neut dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκίου — κατάσκιος shaded masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκίους — κατάσκιος shaded masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκίων — κατάσκιος shaded masc/fem/neut gen pl κατασκέω practise pres part act masc nom sg (doric) κατασκέω practise pres part act masc nom sg (doric) κατασκιάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) κατασκιάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκίῳ — κατάσκιος shaded masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάσκια — κατάσκιος shaded neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάσκιοι — κατάσκιος shaded masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”